Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ "ΕΙΣΟΔΙΑ" ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΤΑ "ΕΙΣΟΔΙΑ" ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

           Η Άννα παντρεύτηκε σε ηλικία είκοσι ετών. Απέκτησε παιδί στα εξήντα της χρόνια (και ο Ιωακείμ εβδομήντα)! Μετά από σαράντα χρόνια! Τόσα χρόνια προσευχόταν στο Θεό για να της χαρίσει παιδί! .....

           Ο Ιωακείμ και η Άννα είχαν δώσει υπόσχεση στον Θεό, πως, αν τους χάριζε παιδί, θα Του το αφιέρωναν. Πράγμα που σημαίνει, πως  θα το αποχωρίζονταν για πάντα, μένοντας και πάλι ολομόναχοι!
"Ας αφιερώσουμε το παιδί μας από τώρα, μήπως τυχόν αργότερα καθυστερήσουμε και πικράνουμε τον Κύριό μας! Είπε ο γέροῙωακείμ στην Άννα, όταν το "σπλάγχνο" τους ήταν ακόμα δύο ετών! "Ας περιμένουμε λίγο! Είναι ακόμα πολύ μικρό. Ίσως μας αναζητήσει!" Και ο Ιωακείμ συμφώνησε. Πέρασε από τότε ένας χρόνος. Η μικρή έγινε τριών ετών. Και οι γονείς της έκριναν, πως ήρθε η στιγμή να την αφοερώσουν στο Θεό...
 Ήθελαν το ταχύτερο δυνατό να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό! Ήθελαν απέναντί Του να είναι καθαροί, ειλικρινείς.

            Οι άγιοι γονείς ετοιμάζονταν για την εκπλήρωση της ιερής τους υποσχέσεως. "Μήπως η μικρή μας κόρη δεν αντέξει το ξένο περιβάλλον, μήπως νοιώσει μοναξιά και νοσταλγήσει το πατρικό της σπίτι; Κάτι πρέπει να κάνουμε.για να την "ξεγελάσουμε". Και προκειμένου να την εντυπωσιάσουν, πήραν μαζί τους παρθένες κοπελίτσες, που πήγαιναν ψέλνοντας μπροστά, κρατώντας λαμπάδες αναμμένες. "Σήμερον ψαλμικώς τα στίφη των παρθένων ανάψαντα λαμπάδας φαιδρώς οδοποιούσι την μόνην Παναμώμητον" (Εσπερινός ΚΒ΄ Νοεμβρίου) καθώς προείπε η Γραφή: "Παρθένες θα ακολουθήσουν την Παρθένα, και εν αγαλλιάσει θα φθάσουν στον ναό" (ΨΛΜ 44,16).
Στην είσοδο του ναού την περίμεναν με δώρα οι ιερείς και ο αρχιερέας Ζαχαρίας! Τους χώριζαν από την τρίχρονη Μαρία δεκαπέντε σκαλοπάτια. Σε κάθε σκαλοπάτι που ανέβαινε η Μαρία, βοηθούμενη από τους γονείς της, θα έψελναν και έναν ψαλμό κατά τον τύπο των "αναβαθμών". Όμως η μικρή τους χάλασε τα σχέδια! Μόλις πάτησε το πρώτο μεγάλο σκαλοπάτι, ανέβηκε μόνη της (!) χοροπηδώντας (!) τα υπόλοιπα δεκατέσσερα σκαλοπάτια και βρέθηκε στην κορυφή! Και προχώρησε από μόνη της προς τον αρχιερέα Ζαχαρία, τον οποίο ατένιζε με χαρά και γλυκύτητα, επιβεβαιώνοντας με αυτό την ολοσχερή παράδοσή της στον Θεό!
       
                Ήρθαν και οι γονείς της. "Ω! Πρόξενοι της σωτηρίας μου! (Τους προσφώνησε ο Ζαχαρίας) Πώς να σας καλοσορίσω; Τι να πρωτοπώ για σας; Είστε μακάριοι που γίνατε γονείς μιας τέτοιας κόρης! Είστε ευλογημένοι που προσφέρατε ένα τέτοιο δώρο προς τον Κύριο! Έλα και συ τεκνίο. Υψηλοτέρα των ουρανών! Έλα στα πρόθυρα του "Βήματος". Συ που συνέθλιψες τα πρόθυρα του θανάτου. Ανάβηθι! Ανάβηθι! Μπροστά οι παρθένες με τις λαμπάδες αναμμένες, πίσω οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα, παραπίσω ο αρχιερέας Ζαχαρίας, κρατώντας από το χέρι του το χαριτωμένο κοριτσάκι, έμπαινάν στον οίκο του Θεού!  

                 Ο άγιος αρχιερεύς Ζαχαρίας, έχοντας θεία πληροφορία, πως αυτή η τρίχρονη Μαριάμ θα γίνει μητέρα του Κυρίου, έκρινε πως η θέση που της ταίριαζε στο ναό ήταν τα "Άγια των Αγίων"- εδώ φυλάσσόταν η "Κιβωτός της Διαθήκης" που προεικόνιζε τη Θεοτόκο. Και ο Θεός μέσω του "λογγείου" του έδωσε την συγκατάθεσή Του! Και την οδήγησε στα Άγια των Αγίων ( εδώ που έμπεναν οι Αρχιερείς και μάλιστα μια φορά το χρόνο), κάτι που έκανε και τους αγγέλους να εκπλαγούν! "Άγγελοι την είσοδον της παρθένου ορώντες εξεπλήττοντο, πως παραδόξως εισήλθεν εις τα άγια των αγίων" (Θ΄ ωδή, ΚΑ΄ Νοεμβρίου).

ΠΗΓΗ: Αποσπάσματα από το βιβλίο Χαίρε Κεχαριτωμένη έκδοση 9η Εκδόσεις ΘΑΒΩΡ

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ...(αποσπάσματα)

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ...(αποσπάσματα)

Περὶ ἐγκρατείας… καὶ ὄχι μόνο στὴν τροφή, ἀλλὰ καὶ στὶς ὑπόλοιπες κινήσεις τῆς ψυχῆς


Σὲ κάποιον ἀδελφὸ ποὺ ἔμενε στὸ κοινόβιο τοῦ ἀββᾶ Ἠλία, συνέβη κάποτε ἕνας πειρασμός. Γι᾿ αὐτὸ τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ κεῖ καὶ πῆγε κοντὰ στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο, στὸ ὄρος. Ἀφοῦ ἔμεινε ὁ ἀδελφὸς κοντά του κάποιο χρονικὸ διάστημα, τὸν ἔστειλε ὁ ἀββᾶς στὸ κοινόβιο ἀπ᾿ ὅπου εἶχε φύγει. Ἐκεῖνοι ὅμως μόλις τὸν εἶδαν, τὸν ξανάδιωξαν καὶ ὁ ἀδελφὸς γύρισε πάλι στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν θέλησαν νὰ μὲ δεχθοῦν, πάτερ».
Τὸν ἔστειλε πάλι ὁ Γέροντας καὶ τοὺς μήνυσε τὸ ἑξῆς:
«Ἕνα καράβι ναυάγησε μέσα στὸ πέλαγος, ἔχασε τὸ φορτίο του καὶ μὲ κόπο πολὺ ἔφθασε στὴ στεριά. Καὶ ἐσεῖς ὅ,τι σώθηκε καὶ ἔφθασε στὴ στεριά, θέλετε νὰ τὸ καταποντίσετε;»
Κι ἐκεῖνοι ὅταν ἄκουσαν ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος τὸν ἔστειλε, εὐθὺς τὸν δέχθηκαν.

***
 
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας:
«Ἐὰν σοῦ ἔρθει λογισμὸς νὰ κατακρίνεις τὸν πλησίον γιὰ κάποιο ἁμάρτημά του, πρῶτα νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἐσὺ εἶσαι περισσότερο ἁμαρτωλὸς ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ἐκεῖνα ποὺ νομίζεις ὅτι σωστὰ τὰ κάνεις, μὴν πιστέψεις ὅτι ἦσαν ἀρεστὰ στὸν Θεό. Καὶ ἔτσι δὲν θὰ τολμήσεις νὰ καταδικάσεις τὸν πλησίον».

***
 
Εἶπε ἐπίσης:
«Ἐὰν δὲν κατακρίνεις τὸν πλησίον ἀλλὰ ἐξουθενώνεις τὸν ἑαυτό σου, παρέχεις ἀνάπαυση στὴ συνείδηση σου».

***

Πῆγε κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Θηβαῖος σε κάποιο κοινόβιο καὶ εἶδε ἕναν ἀδελφὸ νὰ σφάλλει καὶ τὸν κατέκρινε.
Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν ἔρημο, ἦλθε ἄγγελος Κυρίου καὶ στάθηκε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ κελιοῦ του καὶ τοῦ εἶπε:
«Δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ μπεῖς».
Κι ἐκεῖνος παρακαλοῦσε κι ἔλεγε:
«Τί συμβαίνει;»
Ἀποκρίθηκε ὁ ἄγγελος καὶ τοῦ εἶπε:
«Ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε λέγοντας: Πές του, ποῦ προστάζεις νὰ βάλω τὸν ἀδελφὸ ποὺ ἔσφαλε καὶ τὸν καταδίκασες».
Εὐθὺς μετανόησε ὁ ἀββᾶς καὶ εἶπε:
«Ἁμάρτησα, συγχώρεσέ με».
Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε:
«Σήκω, σὲ συγχώρεσε ὁ Θεός. Καὶ στὸ ἑξῆς νὰ προσέχεις νὰ μὴν κρίνεις κανέναν, προτοῦ τὸν κρίνει ὁ Θεός».

***

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ




Να ζείτε στο κλίμα της διαρκούς δοξολογίας και ευχαριστίας του Θεού. 

Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η αχαριστία.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ...(αποσπάσματα)

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ...(αποσπάσματα)

Τίποτε δὲν πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ ἐπίδειξη


Εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὅτι στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, κοντὰ στὸ χωριὸ ὅπου ὁ μακάριος Σιλουανὸς ζοῦσε στὴν Παλαιστίνη, κατοικοῦσε ἕνας ἀδελφὸς ποὺ προσποιοῦνταν τὸν σαλό. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ τὸν συναντοῦσε κάποιος ἀδελφός, ἄρχιζε καὶ γελοῦσε. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐκεῖνος τὸν ἄφηνε κι ἔφευγε.
Συνέβη κάποια φορὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν ἀββᾶ Σιλουανὸ τρεῖς Πατέρες. Καὶ ἀφοῦ ἔκαναν προσευχή, τὸν παρακάλεσαν νὰ στείλει κάποιον μαζί τους γιὰ νὰ δοῦν τοὺς ἀδελφοὺς μέσα στὰ κελιά τους. Εἶπαν ἐπίσης στὸν Γέροντα:
«Κάνε ἀγάπη καὶ δῶσε ἐντολὴ στὸν ἀδελφὸ νὰ μᾶς πάει σ᾿ ὅλους».
Καὶ ὁ Γέροντας ἐνώπιόν τους εἶπε στὸν ἀδελφό:
«Να πᾶς τοὺς Πατέρες σὲ ὅλους».
Ἰδιαίτερα ὅμως τοῦ παρήγγειλε:
«Πρόσεξε, νὰ μὴν τοὺς πᾶς σ᾿ ἐκεῖνον τὸν σαλό, γιὰ νὰ μὴν σκανδαλισθοῦν».
Καθὼς περνοῦσαν ἀπ᾿ τὰ κελιὰ τῶν ἀδελφῶν οἱ Πατέρες, ἔλεγαν στὸν ὁδηγό τους: «Δεῖξε ἀγάπη νὰ μᾶς πᾶς σὲ ὅλους». Καὶ ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος: «Βεβαίως». Ὅμως δὲν τοὺς πῆγε στὸ κελὶ τοῦ σαλοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντα.
Ὅταν ἐπέστρεψαν στὸν Γέροντα τοὺς εἶπε:
«Εἴδατε τοὺς ἀδελφούς;»
«Ναὶ -τοῦ εἶπαν- καὶ εὐχαριστοῦμε. Ἀλλὰ λυπούμαστε ποὺ δὲν πήγαμε σ᾿ ὅλους».
Ρωτάει τότε ὁ Γέροντας τὸν ὁδηγό τους:
«Δὲν σοῦ εἶπα νὰ τοὺς πᾶς σὲ ὅλους;»
«Ἔτσι ἔκανα, πάτερ» ἀπάντησε ὁ ἀδελφός.
Ἀλλὰ καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγαν οἱ Πατέρες εἶπαν πάλι στὸν Γέροντα:
«Ἀληθινὰ σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες, ποὺ εἴδαμε τοὺς ἀδελφούς, γιὰ ἕνα μόνο λυπούμαστε ποὺ δὲν τοὺς εἴδαμε ὅλους».
Παίρνει τότε ὁ ἀδελφὸς τὸν Γέροντα ἰδιαίτερα καὶ τοῦ λέει:
«Στὸν σαλὸ ἀδελφὸ δὲν τοὺς πῆγα».
Ἀφοῦ ἔφυγαν οἱ Πατέρες, ὁ Γέροντας καλοσκέφτηκε αὐτὸ ποὺ ἔγινε, σηκώνεται λοιπὸν καὶ πάει στὸν ἀδελφὸ ποὺ προσποιοῦνταν τὸν σαλό.
Χωρὶς νὰ χτυπήσει, ἀνοίγει σιγὰ-σιγὰ τὸ μάνδαλο καὶ αἰφνιδιάζει τὸν ἀδελφό.
Ἐκεῖνος καθισμένος ἔκανε τὴν πνευματική του ἐργασία καὶ εἶχε δυὸ καλαθάκια, τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀριστερά.
Σὰν εἶδε τὸν Γέροντα, ἄρχισε -ὅπως συνήθιζε- νὰ γελάει. Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Ἄσ᾿ τα τώρα αὐτὰ καὶ πές μου ποιὰ εἶναι ἡ ἄσκησή σου».
Ἐκεῖνος πάλι γελοῦσε. Συνέχισε ὁ ἀββᾶς Σιλουανός:
«Τὸ ξέρεις πολὺ καλὰ ὅτι ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς δὲν βγαίνω ἀπὸ τὸ κελί, ἀλλὰ τώρα ἦρθα μεσοβδόμαδα, γιατὶ ὁ Θεὸς μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ».
Φοβήθηκε ὁ ἀδελφὸς καὶ βάζοντας μετάνοια στὸν Γέροντα, τοῦ λέει:
«Συγχώρεσέ με, πάτερ. Κάθε πρωὶ ἀρχίζω τὴν πνευματική μου ἐργασία ἔχοντας τὰ χαλίκια αὐτὰ μπροστά μου. Ἐὰν μοῦ ἔρθει καλὸς λογισμός, ρίχνω ἕνα χαλίκι στὸ δεξιὸ ζεμπίλι, ἂν ἔρθει πονηρὸς λογισμός, ρίχνω στὸ ἀριστερό. Τὸ ἀπόγευμα μετρῶ τὰ χαλίκια καὶ ἂν τοῦ δεξιοῦ εἶναι περισσότερα, τρώγω, ἂν ὅμως τοῦ ἀριστεροῦ εἶναι περισσότερα, δὲν τρώγω. Τὴν ἑπόμενη μέρα πάλι ἐὰν μοῦ ἔρθει πονηρὸς λογισμός, λέγω στὸν ἑαυτό μου: Πρόσεξε τί κάνεις, γιατὶ πάλι δὲν θὰ φᾶς».
Θαύμασε σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ ἀββᾶς Σιλουανός, καὶ εἶπε:
«Πράγματι οἱ Πατέρες ποὺ ἦρθαν σήμερα ἅγιοι ἄγγελοι ἦταν, ποὺ ἤθελαν νὰ κάνουν γνωστὴ τὴν ἀρετὴ τοῦ ἀδελφοῦ. Γιατὶ καὶ μὲ τὴν παρουσία τους ἔνιωσα μεγάλη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη πνευματική».

***

Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Ἐκεῖνος ποὺ φανερώνει τὰ καλά του ἔργα καὶ τὰ κάνει γνωστὰ στὸν κόσμο, μοιάζει μὲ τὸν σποριὰ ποὺ ρίχνει τὸν σπόρο στὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς καὶ ἔρχονται τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν τρῶνε. Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ κρύβει τὴν ἄσκησή του, ὅπως βάζει ὁ σποριὰς τὸν σπόρο μέσα στῆς γῆς τὰ αὐλάκια, αὐτὸς ἀκριβῶς θὰ ἔχει ἄφθονη συγκομιδή».

***

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Είτε προσευχόμαστε για τον εαυτό μας είτε για τους άλλους η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή. Το πρόβλημα των άλλων να γίνεται και δικό μας πρόβλημα. Πρέπει να κάνετε προετοιμασία για την προσευχή. Να διαβάζετε ένα κομμάτι από το Ευαγγέλιο ή το Γεροντικό και μετά να προσεύχεσθε. Χρειάζεται μια προσπάθεια για να μεταφερθεί ο νούς στο θείο χώρο. Η μελέτη μοιάζει με γλυφιντζούρι που μας δίνει ο Θεός για να μας οδηγήσει στα πνευματικότερα. Με τη μελέτη θερμαίνεται η ψυχή.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ


Τ Ἀ­να­στά­σι­μον. Ἦ­χος γ.

Εὐ­φραι­νέ­σθω τ οὐ­ρά­νι­α, ἀ­γαλ­λι­ά­σθω τ ἐ­πί­γει­α, ὅ­τι ἐ­ποί­η­σε κρά­τος ν βρα­χί­ο­νι αὐ­τοῦ, Κύ­ρι­ος· ἐ­πά­τη­σε τ θα­νά­τῳ τν θά­να­τον· πρω­τό­το­κος τν νε­κρῶν ἐ­γέ­νε­το· κ κοι­λί­ας ᾅ­δου ἐρ­ρύ­σα­το ἡ­μᾶς, κα πα­ρέ­σχε τ κό­σμῳ τ μέ­γα ἔ­λε­ος.

Δό­ξα. Τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Λου­κᾶ. Ἦ­χος γ´.

­πό­στο­λε Ἅ­γι­ε Λου­κᾶ, πρέ­σβευ­ε τῷ ἐ­λε­ή­μο­νι Θε­ῷ, ἵ­να πται­σμά­των ἄ­φε­σιν, πα­ρά­σχῃ ταῖς ψυ­χαῖς ἡ­μῶν.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

Σ τν με­σι­τεύ­σα­σαν τν σω­τη­ρί­αν το γέ­νους ἡ­μῶν, ἀ­νυ­μνοῦ­μεν Θε­ο­τό­κε Παρ­θέ­νε· ν τ σαρ­κὶ γρ τ κ σο προσ­λη­φθεί­σῃ, Υἱ­ός σου κα Θε­ὸς ἡ­μῶν, τ δι­ὰ σταυ­ροῦ κα­τα­δε­ξά­με­νος πά­θος, ἐ­λυ­τρώ­σα­το ἡ­μᾶς, κ φθο­ρᾶς ς φι­λάν­θρω­πος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ, ΟΙΚΟΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ


Κον­τά­κι­ον καὶ Οἶ­κος τὰ Ἀ­να­στά­σι­μα.


Κον­τά­κι­ον. Ἦ­χος γ. παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

­ξα­νέ­στης σή­με­ρον, ἀ­πὸ το τά­φου Οἰ­κτίρ­μον, κα ἡ­μᾶς ἐ­ξή­γα­γες, κ τν πυ­λῶν το θα­νά­του· σή­με­ρον Ἀ­δὰμ χο­ρεύ­ει, κα χαί­ρει Εὔ­α, ἅ­μα δέ, κα ο Προ­φῆ­ται σν Πα­τρι­άρ­χαις, ἀ­νυ­μνοῦ­σιν ἀ­κα­τα­παύ­στως, τ θεῖ­ον κρά­τος τς ἐ­ξου­σί­ας σου.

Οἶ­κος.

οὐ­ρα­νὸς κα γ σή­με­ρον χο­ρευ­έ­τω­σαν, κα Χρι­στὸν τν Θε­ὸν ὁ­μο­φρό­νως ὑ­μνεί­τω­σαν, ὅ­τι τος δε­σμί­ους κ τν τά­φων ἀ­νέ­στη­σε. Συγ­χαί­ρει πᾶ­σα κτί­σις, προ­σφέ­ρου­σα ἐ­πά­ξι­α ᾄ­σμα­τα, τ πάν­των Κτί­στῃ κα Λυ­τρω­τῇ ἡ­μῶν· ὅ­τι τος βρο­τοὺς ξ ᾅ­δου σή­με­ρον, ς ζω­ο­δό­της συ­να­νελ­κύ­σας, πρς οὐ­ρα­νοὺς συ­να­νυ­ψοῖ, κα κα­ταρ­ράσ­σει το ἐ­χθροῦ τς ἐ­πάρ­σεις, κα πύ­λας το ᾅ­δου δι­α­θλάτ­τει, τ θεί­ῳ κρά­τει τς ἐ­ξου­σί­ας αὑ­τοῦ.

Συ­να­ξά­ρι­ον.

Τῇ ΙΗ´ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νὸς μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου καὶ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Λου­κᾶ.
Στίχ. Εἰς Ἐμ­μα­οὺς βλέ­πειν σε κἂν πρὶν εἰρ­γό­μην,
(Λου­κᾶς λέ­γει), τρα­νῶς σε νῦν, Χρι­στέ, βλέ­πω.
Ὀ­γδο­ά­τῃ δε­κά­τῃ πέ­ρα­τος βί­ου ἔμ­μο­ρε Λου­κᾶς.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Μα­ρί­νου τοῦ γέ­ρον­τος.
Στίχ. Γέ­ρων Μα­ρῖ­νος ἐ­ξε­λέγ­χει γραῦν πλά­νην,
Τόλ­μῃ νε­ά­ζων, καὶ τε­λει­οῦ­ται ξί­φει.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­ου­λι­α­νοῦ, τοῦ ἐν τῷ Εὐ­φρά­τῃ.
Στίχ. Ἐκ τοῦ πα­ρα­τρέ­χον­τος ὡς ὄ­ναρ βί­ου,
Ἰ­ου­λι­α­νὸς ἄ­σμε­νος πα­ρα­τρέ­χει.
ἅ­γι­ος Μνά­σων, Ἐ­πί­σκο­πος Κύ­πρου, καὶ οἱ ἅ­γι­οι Τεσ­σα­ρά­κον­τα Παῖ­δες, ξί­φει τε­λει­οῦν­ται.
Στίχ. Ὡς πύρ­γος ἐν­δούς, τὴν κά­ραν κλί­νας Μνά­σων
Πτῶ­σιν πρὸ τῆς γῆς τὴν ἀ­πὸ ξί­φους μέ­νει.
Παί­δων δι­πλῆ τέ­θνη­κεν εἰ­κὰς ἐκ ξί­φους,
Τι­μῶ­σα Χρι­στὸν τὸν δι­πλοῦν κατ᾿ οὐ­σί­αν.
Μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων νε­ο­φα­νῶν Μαρ­τύ­ρων Γα­βρι­ὴλ καὶ Κερ­μι­δώ­λη τῶν ἐν Αἰ­γύ­πτῳ ἀ­θλη­σάν­των ἐν ἔ­τει ͵αφκβ´ (1522).
Στίχ. Κερ­μι­δώ­λης καὶ Γα­βρι­ὴλ οἱ δύ­ο
Ἀ­θλοῦ­σιν ἅ­μα καὶ στε­φα­νοῦν­ται ἅ­μα.
Μνή­μη τῶν ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν Συ­με­ὼν καὶ Θε­ο­δώ­ρου, καὶ τῆς Ὁ­σί­ας Εὐ­φρο­σύ­νης, τῶν τὴν ἁ­γί­αν καὶ θε­ο­μη­το­ρι­κὴν εἰ­κό­να εὑ­ρόν­των καὶ τὴν τοῦ Με­γά­λου Σπη­λαί­ου Μο­νὴν συ­στη­σα­μέ­νων.
Στίχ. Συ­με­ών, Θε­ό­δω­ρος καὶ Εὐ­φρο­σύ­νη,
Θε­ρά­πον­τες ὤ­φθη­σαν τῆς Θε­ο­τό­κου.
Ἐν γῆς μὲν ἄν­τρῳ τῆς Παρ­θέ­νου τὸν τύ­πον,
Ἐν οὐ­ρα­νοῖς δὲ ζῶ­σαν αὐ­τὴν εὕ­ρε­τε.
Ὀ­κτω­και­δε­κά­τῃ, Συ­με­ῶ­νά τε καὶ Θε­ό­δω­ρον,
Εὐ­φρο­σύ­νην θ᾿ ὁ­σί­ως τὸ μέ­γα Σπή­λαι­ον ἀ­εί­δει.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ων νε­ο­φα­νῶν Μαρ­τύ­ρων Ἰ­σι­δώ­ρου τοῦ πρε­σβυ­τέ­ρου καὶ τῶν τέ­κνων αὐ­τοῦ Εἰ­ρή­νης καὶ Γε­ωρ­γί­ου, τῶν ἐν Βα­λῇ Γορ­τύ­νης Κρή­της ὑ­πὸ τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν σφα­γι­α­σθέν­των.
Στίχ. Ἐν οἴ­κῳ Θε­οῦ καὶ αὐ­λαῖς οὐ­ρα­νί­αις
Τα­νῦν εὐ­λο­γεῖ οἶ­κος τοῦ Ἰ­σι­δώ­ρου.
Εἰς τὸν ἅ­γι­ον Ἰ­σί­δω­ρον.
Ὡς δῶ­ρον Θε­οῦ φε­ρω­νύ­μου ὀ­στέ­α
ἐ­δό­θη ἡ­μῖν μάρ­τυ­ρος Ἰ­σι­δώ­ρου.
Εἰς τὴν καλ­λι­μάρ­τυ­ρα Εἰ­ρή­νην.
Κλα­δί­ῳ κο­σμεῖς εἰ­ρη­ναί­ας ἐ­λαί­ας,
Εἰ­ρή­νης Θε­έ, κό­ρης Εἰ­ρή­νης κά­ραν.
Εἰς τὸν παι­δο­μάρ­τυ­ρα Γε­ώρ­γι­ον.
Ἐν γῇ ἀ­γα­θῇ γε­ωρ­γή­σας, Χρι­στέ μου,
Γε­ώρ­γι­ον νῦν ὡς με­στὸν στά­χυν κό­πτεις.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Πέ­τρου Μη­τρο­πο­λί­του Τσέ­τι­νι­ε Μαυ­ρο­βου­νί­ου, με­γά­λου προ­στά­του τοῦ Ἔ­θνους αὑ­τοῦ, ἐν ἔ­τει ͵α­ωλ´ (1830) τε­λει­ω­θέν­τος.
Στίχ. Ὡς ὄ­ρος πῖ­ον ἐξ ἀ­ρε­τῶν ποι­κί­λων,
Πέ­τρος ἐ­δεί­χθη, ποι­μὴν Μαυ­ρο­βου­νί­ου.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ ἐν ἁ­γί­οις πα­τρὸς ἡ­μῶν Κων­σταν­τί­νου ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­χρι­δῶν, τοῦ Κα­βά­σι­λα.
Στίχ. Βί­ον ἄ­λη­πτον, μά­καρ, ἐ­βί­ω­σας,
Δι­ὸ μέ­μνη­σο, Κων­σταν­τῖ­νε τῆς ποί­μνης σου.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ ὁ­σί­ου Δα­βὶδ τοῦ Σερ­πού­χωφ τῆς Ῥωσ­σί­ας.
Στίχ. Πρὸς Κύ­ρι­ον ἀ­νῆλ­θες Ἀ­να­λη­φθέν­τα,
ᾯ­περ, Δα­βίδ, ἀ­νέ­θη­κας Μο­νὴν θεί­αν.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, τὴν σύ­να­ξιν ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν τῆς θαυ­μα­τουρ­γοῦ εἰ­κό­νος τῆς Δε­σποί­νης καὶ κυ­ρί­ας ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου τῆς Μα­χαι­ρι­ω­τίσ­σης.
Στίχ. Θεί­αν σου μορ­φὴν κα­τα­φι­λοῦν­τες, Μῆ­τερ,
Σοί, Χαῖ­ρε, φαι­δρῶς κρά­ζο­μεν Ἀρ­χαγ­γέ­λου.

*

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, τρί­τῃ Κυ­ρι­α­κῇ τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, μνή­μην ἐ­πι­τε­λεῖ­σθαι εἴ­ω­θεν ἐν Κρή­τῃ πάν­των τῶν Ἁ­γί­ων Κρη­τῶν Ἐ­πι­σκό­πων, τῶν συμ­με­τα­σχόν­των ἐν ταῖς θε­ί­αις καὶ σε­πταῖς Οἰ­κου­με­νι­καῖς Συ­νό­δοις.
Στίχ. Πα­ρεμ­βο­λὴ Κρη­τῶν Συ­νο­δι­κῶν χαῖ­ρε,
Ἱ­ε­ραρ­χῶν φω­στή­ρων Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
Ταῖς αὐ­τῶν πρε­σβεί­αις, ὁ Θε­ός, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Ἀ­μήν.

                                          ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ


                  Ἀ­πό­στο­λον καὶ Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀποστόλου.



                  Προ­κεί­με­νον. Ἦ­χος πλ. δ´. (Ψαλ­μὸς ι­η´).


Εἰς πᾶ­σαν τὴν γῆν ἐ­ξῆλ­θεν ὁ φθόγ­γος αὐ­τοῦ, καὶ εἰς τὰ πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης τὰ ῥή­μα­τα αὐ­τοῦ.

Στίχ. Οἱ οὐ­ρα­νοὶ δι­η­γοῦν­ται δό­ξαν Θε­οῦ, ποί­η­σιν δὲ χει­ρῶν αὐ­τοῦ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸ στε­ρέ­ω­μα.
Πρὸς Κο­λασ­σα­εῖς Ἐ­πι­στο­λῆς Παύ­λου τὸ Ἀ­νά­γνω­σμα.

                                        (δ´ 5-11, 14-18)

­δελ­φοί, ἐν σο­φί­ᾳ πε­ρι­πα­τεῖ­τε πρὸς τοὺς ἔ­ξω, τὸν και­ρὸν ἐ­ξα­γο­ρα­ζό­με­νοι. Ὁ λό­γος ὑ­μῶν πάν­το­τε ἐν χά­ρι­τι, ἅ­λα­τι ἠρ­τυ­μέ­νος, εἰ­δέ­ναι πῶς δεῖ ὑ­μᾶς ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἀ­πο­κρί­νε­σθαι. Τὰ κατ᾿ ἐ­μὲ πάν­τα γνω­ρί­σει ὑ­μῖν Τυ­χι­κὸς ὁ ἀ­γα­πη­τὸς ἀ­δελ­φὸς καὶ πι­στὸς δι­ά­κο­νος καὶ σύν­δου­λος ἐν Κυ­ρί­ῳ, ὃν ἔ­πεμ­ψα πρὸς ὑ­μᾶς εἰς αὐ­τὸ τοῦ­το, ἵ­να γνῷ τὰ πε­ρὶ ὑ­μῶν καὶ πα­ρα­κα­λέ­σῃ τὰς καρ­δί­ας ὑ­μῶν, σὺν Ὀ­νη­σί­μῳ τῷ πι­στῷ καὶ ἀ­γα­πη­τῷ ἀ­δελ­φῷ, ὅς ἐ­στιν ἐξ ὑ­μῶν· πάν­τα ὑ­μῖν γνω­ρι­οῦ­σι τὰ ὧ­δε. Ἀ­σπά­ζε­ται ὑ­μᾶς Ἀ­ρί­σταρ­χος ὁ συ­ναιχ­μά­λω­τός μου, καὶ Μᾶρ­κος ὁ ἀ­νε­ψι­ὸς Βαρ­νά­βα, —πε­ρὶ οὗ ἐ­λά­βε­τε ἐν­το­λάς· ἐ­ὰν ἔλ­θῃ πρὸς ὑ­μᾶς, δέ­ξα­σθε αὐ­τόν,— καὶ Ἰ­η­σοῦς ὁ λε­γό­με­νος Ἰ­οῦ­στος, οἱ ὄν­τες ἐκ πε­ρι­το­μῆς, οὗ­τοι μό­νοι συ­νερ­γοὶ εἰς τὴν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ, οἵ­τι­νες ἐ­γε­νή­θη­σάν μοι πα­ρη­γο­ρί­α. Ἀ­σπά­ζε­ται ὑ­μᾶς Λου­κᾶς ὁ ἰ­α­τρὸς ὁ ἀ­γα­πη­τὸς καὶ Δη­μᾶς. Ἀ­σπά­σα­σθε τοὺς ἐν Λα­ο­δι­κεί­ᾳ ἀ­δελ­φοὺς καὶ Νυμ­φᾶν καὶ τὴν κατ᾿ οἶ­κον αὐ­τοῦ ἐκ­κλη­σί­αν· καὶ ὅ­ταν ἀ­να­γνω­σθῇ παρ᾿ ὑ­μῖν ἡ ἐ­πι­στο­λή, ποι­ή­σα­τε ἵ­να καὶ ἐν τῇ Λα­ο­δι­κέ­ων ἐκ­κλη­σί­ᾳ ἀ­να­γνω­σθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λα­ο­δι­κεί­ας ἵ­να καὶ ὑ­μεῖς ἀ­να­γνῶ­τε. Καὶ εἴ­πα­τε Ἀρ­χίπ­πῳ· Βλέ­πε τὴν δι­α­κο­νί­αν ἣν πα­ρέ­λα­βες ἐν Κυ­ρί­ῳ, ἵ­να αὐ­τὴν πλη­ροῖς. Ὁ ἀ­σπα­σμὸς τῇ ἐ­μῇ χει­ρὶ Παύ­λου. Μνη­μο­νεύ­ε­τέ μου τῶν δε­σμῶν. Ἡ χά­ρις μεθ᾿ ὑ­μῶν· ἀ­μήν.

Ἀλ­λη­λού­ϊ­α (γ´). Ἦ­χος α´. (Ψαλ­μὸς πη´).

Στίχ. Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σον­ται οἱ οὐ­ρα­νοὶ τὰ θαυ­μά­σι­ά σου, Κύ­ρι­ε, καὶ τὴν ἀ­λή­θει­άν σου ἐν ἐκ­κλη­σί­ᾳ ἁ­γί­ων.
Ὁ Θε­ὸς ὁ ἐν­δο­ξα­ζό­με­νος ἐν βου­λῇ ἁ­γί­ων, μέ­γας καὶ φο­βε­ρός ἐ­στιν ἐ­πὶ πάν­τας τοὺς πε­ρι­κύ­κλῳ αὐ­τοῦ.

 ΠΑΤΗΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟ

                    

 
 



                                                 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

  Ἐκ τοῦ κα­τὰ Λου­κᾶν (ι´ 16-21).

   (Ζή­τει τῇ η´ Νο­εμ­βρί­ου, εἰς τὴν Λει­τουρ­γί­αν).

Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος τοῖς ἑ­αυ­τοῦ Μα­θη­ταῖς· Ὁ ἀ­κού­ων ὑ­μῶν ἐ­μοῦ ἀ­κού­ει, καὶ ὁ ἀ­θε­τῶν ὑ­μᾶς ἐ­μὲ ἀ­θε­τεῖ· ὁ δὲ ἐ­μὲ ἀ­θε­τῶν ἀ­θε­τεῖ τὸν ἀ­πο­στεί­λαν­τά με. Ὑ­πέ­στρε­ψαν δὲ οἱ ἑ­βδο­μή­κον­τα με­τὰ χα­ρᾶς λέ­γον­τες· Κύ­ρι­ε, καὶ τὰ δαι­μό­νι­α ὑ­πο­τάσ­σε­ται ἡ­μῖν ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τί σου. Εἶ­πε δὲ αὐ­τοῖς· Ἐ­θε­ώ­ρουν τὸν σα­τα­νᾶν ὡς ἀ­στρα­πὴν ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ πε­σόν­τα. Ἰ­δοὺ δί­δω­μι ὑ­μῖν τὴν ἐ­ξου­σί­αν τοῦ πα­τεῖν ἐ­πά­νω ὄ­φε­ων καὶ σκορ­πί­ων καὶ ἐ­πὶ πᾶ­σαν τὴν δύ­να­μιν τοῦ ἐ­χθροῦ, καὶ οὐ­δὲν ὑ­μᾶς οὐ μὴ ἀ­δι­κή­σῃ. Πλὴν ἐν τού­τῳ μὴ χαί­ρε­τε, ὅ­τι τὰ πνεύ­μα­τα ὑ­μῖν ὑ­πο­τάσ­σε­ται· χαί­ρε­τε δὲ ὅ­τι τὰ ὀ­νό­μα­τα ὑ­μῶν ἐ­γρά­φη ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς. Ἐν αὐ­τῇ τῇ ὥ­ρᾳ ἠ­γαλ­λι­ά­σα­το τῷ πνεύ­μα­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν· Ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαί σοι, πά­τερ, κύ­ρι­ε τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅ­τι ἀ­πέ­κρυ­ψας ταῦ­τα ἀ­πὸ σο­φῶν καὶ συ­νε­τῶν, καὶ ἀ­πε­κά­λυ­ψας αὐ­τὰ νη­πί­οις· ναί, ὁ πα­τήρ, ὅ­τι οὕ­τως ἐ­γέ­νε­το εὐ­δο­κί­α ἔμ­προ­σθέν σου.
Δό­ξα σοι, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.

ΠΑΤΗΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟ 












 ΠΗΓΕΣ: http://www.iskiriaki.com
                 http://www.osotir.org
                 http://www.analogion.com


Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΘ´ (Δ´ ΛΟΥΚΑ)



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΘ´ (Δ´ ΛΟΥΚΑ)

«Τῶν θε­ο­φό­ρων πα­τέ­ρων τῆς ἐν Νι­καί­ᾳ Ζ´ Οἰ­κου­με­νι­κῆς συ­νό­δου (787)». Φι­λίπ­που ἀ­πο­στό­λου ἐκ τῶν ἑ­πτὰ δι­α­κό­νων· Θε­ο­φά­νους ὁ­μο­λο­γη­τοῦ τοῦ Γρα­πτοῦ, ἐ­πι­σκό­που Νι­καί­ας (†850).




ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ

Τ Ἀ­να­στά­σι­μον. Ἦ­χος β.

­τε κα­τῆλ­θες πρς τν θά­να­τον, ζω­ὴ ἀ­θά­να­τος, τό­τε τν ᾅ­δην ἐ­νέ­κρω­σας, τ ἀ­στρα­πῇ τς θε­ό­τη­τος· ὅ­τε δ κα τος τε­θνε­ῶ­τας, κ τν κα­τα­χθο­νί­ων ἀ­νέ­στη­σας, πᾶ­σαι α δυ­νά­μεις τν ἐ­που­ρα­νί­ων ἐ­κραύ­γα­ζον· Ζω­ο­δό­τα Χρι­στέ, Θε­ὸς ἡ­μῶν δό­ξα σοι.

Δό­ξα. Τῶν πα­τέ­ρων. Ἦ­χος πλ. δ´.

­περ­δε­δο­ξα­σμέ­νος εἶ Χρι­στὲ ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ὁ φω­στῆ­ρας ἐ­πὶ γῆς τοὺς Πα­τέ­ρας ἡ­μῶν θε­με­λι­ώ­σας, καὶ δι᾿ αὐ­τῶν πρὸς τὴν ἀ­λη­θι­νὴν πί­στιν, πάν­τας ἡ­μᾶς ὁ­δη­γή­σας, πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνε δό­ξα σοι.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

δι᾿ ἡ­μᾶς γεν­νη­θεὶς κ Παρ­θέ­νου, κα σταύ­ρω­σιν ὑ­πο­μεί­νας Ἀ­γα­θέ, θα­νά­τῳ τν θά­να­τον σκυ­λεύ­σας, κα ἔ­γερ­σιν δεί­ξας ς Θε­ός, μ πα­ρί­δῃς ος ἔ­πλα­σας τ χει­ρί σου· δεῖ­ξον τν φι­λαν­θρω­πί­αν σου Ἐ­λε­ῆ­μον· δέ­ξαι τν τε­κοῦ­σάν σε Θε­ο­τό­κον, πρε­σβεύ­ου­σαν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, κα σῶ­σον Σω­τὴρ ἡ­μῶν, λα­ὸν ἀ­πε­γνω­σμέ­νον.