Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ









Να πούμε «Δεν είναι αυτοί που αμαρτάνουν, αλλά είμαι εγώ». Τέτοιους Χριστιανούς, έλεγε ο Γέρων Παίσιος, θέλει ο Θεός, που φεύγουν από τον κακό λογισμό, όπως αποφεύγει η μέλισσα την ακαθαρσία.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ


Λογισμοί αμαρτωλού, Φωτίου Κόντογλου
 Όταν μιλήσεις στους ψευτοχριστιανούς για σκληρή άσκηση στο κορμί και στο πνεύμα για την αγάπη του Χριστού, θυμώνουνε, σε λένε φακίρη, ειδωλολάτρη, βάρβαρο. Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού, μίλησέ του για τον ασκητισμό. Ο πιστός θα νοιώσει κατάνυξη, ο χλιαρός, δηλαδή ο ψεύτικος, ο άπιστος, θα διαμαρτυρηθεί. Τί αν λέγει ο Χρι­στός: «Μακάριοι όσοι αφήσανε τα πάντα και μ' ακολουθήσανε», ή «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», και πως «θλίψιν έξετε», και πως «στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»; Εμείς θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό, δηλ. χωρίς θλίψη πνευματική, χωρίς να σηκώνουμε τον σκληρό σταυρό, αλλά να περπατάμε στον πλατύν δρόμο. Αυτοί οι ψεύτικοι χριστιανοί, σαν τους μιλά κανένας για σκληρή και στερημένη ζωή, για θυσία, για άσκηση, λένε πως αυτά δεν τα θέλει ο Χριστός, και πως αυτά είναι παρακαμώματα. Μα, ω ανόητε άνθρωπε, στον Χριστιανισμό, τίποτα δεν μπορεί να παραγίνει. Για όλα τα ανθρώπινα πράγματα μπορείς να πεις πως κάτι τι είναι παρακανωμένο, μονάχα για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει παρακάνωμα. Τί παρακάνωμα μπορεί να σηκώσει ακόμα το να αγαπάς αυτόν που σκότωσε τον πατέρα σου, τί παρακάνω­μα μπορείς να κάνεις στο να σε χτυπήσουνε και στο άλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα να γίνει ακόμα στο να πεινάς και να διψάς την καταφρόνεση, στο να κάνεις όσα ζητά ο Θεός από εσένα, δηλ. στο ν' αγαπάς τους εχθρούς σου, να γλυκομιλάς αυτόν που σε βρίζει, να μην κρίνεις αυτόν που σε δικάζει, να ταπεινώνεσαι μπροστά στον πιο τιποτένιον άνθρωπο, κι' όταν τα κάνεις όλα αυτά, να λες πως είσαι «αχρείος δούλος»;

Τί παρακάνωμα μπορεί να γίνει ακόμα στο να πιστέψεις πως θα αναστηθούνε τα σώματά μας αθάνατα ως να ανοιγοκλείσει το μάτι, και πως ο κόσμος όλος θ' αλλάξει μονομιάς, και πως θα γίνει άλλος καινούριος κόσμος άφθαρτος; Λοιπόν υπάρχει τίποτα στον Χριστιανισμό που να μπορεί να παρακαμωθεί; Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιο απίστευτο από όλα τα απίστευτα. Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού είναι μια μοναχά, η πίστη. Και για την πίστη δεν υπάρχει κανένα παρακάνωμα. Ενώ για την απιστία υπάρχει η πονηρή φρονιμάδα, το μέτριο και ο συμβιβασμός. Γι' αυτό οι τέτοιοι ψευτοχριστιανοί δεν αντέχουνε στη φωτιά της πίστεως και γυρίσανε τον Χριστιανισμό σε κάποιο σύστημα ηθικό, ωφέλιμο για την εγκόσμια ζωή, που γι' αυτό δεν τους χρειάζεται ολότελα ο Χριστός. Γιατί ο άπιστος φοβάται, ενώ όποιος πιστεύει «ως λέων πέποιθε», κατά τον προφήτη.

* Όποιος αγαπά τον Θεό, φλέγεται χωρίς να το δείχνει, χαίρεται χωρίς να γελά, συντρίβεται μέσα στον βυθό του εαυτού του.

*   Η αγάπη που μας δίδαξε ο Χριστός είναι άλλο πράγμα από τη λεγόμενη φιλανθρωπία. Για τούτο οι φιλάνθρωποι δεν γεύουνται αυτή την αγάπη του Χριστού, που είναι «νερό που πηδά σε ζωή αιώνια». Οι φιλανθρωπίες που κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι είναι ένα χρέος κοινωνικό. Αυτοί οι φιλάνθρωποι, κι' όποιος είναι πρακτικός άνθρωπος, δεν είναι χριστιανοί.

*   Όποιος αγαπά τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, αγαπά το πράγμα που αξίζει να αγαπηθεί πιο πολύ απ' όλα. Μέσα στον Χριστό βρίσκεται ό,τι αξίζει την αγάπη, η ταπείνωση, ο πόνος, η πραότητα, η πνευματική θλίψη κ' η πνευματική χαρά που είναι κ' οι δυο γλυκές όταν γίνονται στ' όνομα του Χριστού.

*  «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Να μας αναπαύσεις! Δεν θέλουμε ούτε να το ακούσουμε. Μα εμείς δεν θέλουμε ν' αναπαυθούμε. Εμείς θέλουμε νάμαστε φορτωμένοι, με τα πάθη μας, με τις έχθρες μας, με τους πολέμους, με τις φροντίδες της φιλοδοξίας, της σάρκας, με αίματα λερωμένοι, με πιστόλια, με κανόνια, με μπόμπες. Τί θα γίνουμε χωρίς αυτά, Κύριε ειρηνοποιέ; Πώς θα ζήσουμε έτσι αναπαυμένοι, με τί θα γεμίσουμε τον άδειο τον εαυτό μας, αφού για μας είναι ζωή μονάχα αυτά τα πράγματα. Ειρήνη μας δίνεις, μα η ειρήνη είναι ο θάνατός μας, αφού είναι ο θάνατος των αγαπημένων μας παθών! Αν έλεγες «κ' εγώ θα σας φορτώσω και άλλα τέτοια βάρη, που δεν τα γνωρίζετε, εγώ θα πλουτήσω την ψυχή σας και με άλλα τέτοια πλούτη, που να μη ειρηνέψετε ποτέ», τότε θα ερχόμαστε κοντά σου, θα σε παραδεχόμαστε για Θεό μας. Εμείς θέλουμε θεούς που να μας φορτώνουνε, εκδικητικούς, σαν τον Άρη, σαν τον Δία, σαν τον Κρόνο, ψεύτες σαν τον Ερμή, σαν τους άλλους. Εμείς θέλουμε να ζούμε την κακία, γιατί αυτή είναι ζωντανή και δυνατή. «Ναι, έρχου, Κύριε!» Κράζει με χαρά ο Ιωάννης στον Ερχόμενο επί Νεφελών στη Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νάσαι άγιος, δίκαιος και μάλιστα νάσαι Ιωάννης, για να χαίρεσαι πως θάρθει ο Χριστός και να τον περιμένεις. Εμείς κράζουμε «μην έλθεις Κύριε». Γιατί είμαστε αμαρτωλοί και έρχεται η οργή του Κυρίου καταπάνω μας. Με την «ατομική μπόμπα» τα συλλογίζουμαι αυτά. Μόλις μαθεύτηκε, φόβος επέπεσε επί πάσαν καρδίαν. Μακάριοι όσοι είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή! Αλλά αλλοίμονο! Ποιος είναι έτοιμος σαν τον Ιωάννην τον αγιώτατο από τους αγίους; Όλοι μας φοβούμαστε μήπως έλθεις ως κλέπτης εν νυκτί (Λουκάς ΚΑ').

*   Οι άνθρωποι, αν τους βρίσεις ή λογοφέρεις μαζί τους, ή γράψεις γι' αυτούς κακό, έρχεται ώρα που μπορεί να σου το συχωρέσουν. (Δεν βαρυέσαι, αδελφέ, ξέχασέ τα!) Κείνο που δεν θα σου συχωρέσουνε ποτέ και για το οποίο θα σε μισήσουνε, είναι να ζεις κατά τέτοιον τρόπο, που να ντρέπουνται εκείνοι για τη δική τους τη ζωή, νάναι η ζωή σου σαν ένας έλεγχος της δικής τους.

*   Όποιος απογεύθηκε κατάκαρδα την ειρήνη του Χριστού, δεν βιάζει τον εαυτό του νάναι φτωχός, μα θεληματικά ποθεί τη φτώχεια, και χάνει τη χαρά του σαν αποκτήσει κάτι τι παραπάνω, ας είναι και το πιο τιποτένιο πράγμα. Κι' ό,τι είναι ταπεινό και φτωχικό και καταφρονεμένο, τ' αγαπά κρυφά μέσα στην καρδιά του χωρίς να λέγει τίποτα σε κανέναν, γιατί ο ταπεινός αγαπά τη σιωπή και τη λησμονιά: «Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας».

*   Μόλις σκορπίσουνε οι πειρασμοί κι' ανοίξει η πόρτα της ψεύτικης χαράς και της αναπαύσεως, κλείνει η πόρτα της αληθινής ευφροσύνης. Αυτό το νοιώθει καθαρά ο Χριστιανός.

*   Προσευχή. Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία.

ΠΗΓΗ: Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ...(αποσπάσματα)

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ...(αποσπάσματα)

Περὶ ἀνεξικακίας



Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ζήνων:
«Ἐκεῖνος ποὺ θέλει ν᾿ ἀκούσει γρήγορα ὁ Θεὸς τὴν προσευχή του, μόλις σταθεῖ ὄρθιος καὶ ὑψώσει τὰ χέρια του γιὰ νὰ προσευχηθεῖ πρὸς τὸ Θεό, πρὶν ἀπ᾿ ὅλα καὶ προτοῦ ἀκόμα εὐχηθεῖ γιὰ τὴ δική του ψυχή, ἂς προσευχηθεῖ ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς του γιὰ τοὺς ἐχθρούς του. Καὶ μ᾿ αὐτή του τὴν πράξη, γιὰ ὅτι κι ἂν παρακαλέσει τὸ Θεό, θὰ εἰσακουστεῖ».

***
 Ἐνῷ καθόταν κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβὸς μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τὸν περιτριγύρισαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ τοῦ ἐμπιστεύονταν τοὺς λογισμούς τους. Τὸν εἶδε κάποιος ἀπ᾿ τοὺς Γέροντες καὶ ἐπειδὴ πολεμήθηκε ἀπὸ φθόνο, τοῦ εἶπε:
«Τὸ κανάτι σου, Ἰωάννη, εἶναι γεμάτο δηλητήριο».
Καὶ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης τοῦ εἶπε:
«Ἔτσι εἶναι, ἀββᾶ. Καὶ αὐτὸ τὸ εἶπες, γιατὶ βλέπεις μόνο τὰ ἔξω. Καὶ τί δὲν θὰ εἶχες ἀκόμη νὰ πεῖς, ἂν ἔβλεπες καὶ τὰ μέσα;»

***

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἰσίδωρο ὅτι, ὅταν μιλοῦσε στοὺς ἀδελφοὺς στὴν ἐκκλησία, αὐτὸν τὸν λόγο μόνο ἔλεγε:
«Ἀδελφοί, συγχωρῆστε καὶ θὰ συγχωρηθοῦν καὶ οἱ δικές σας ἁμαρτίες».

***
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Ὁποιαδήποτε ταλαιπωρία κι ἂν πέσει ἐπάνω σου, θὰ τὴ νικήσεις μὲ τὴ σιωπή».

***
Ἀκόμα εἶπε:
«Ἡ πονηρία δὲν ἐξουδετερώνει καθόλου τὴν πονηρία, ἀλλά, ἐὰν κάποιος σοῦ κάνει κακό, ἐσὺ εὐεργέτησέ τον, γιὰ νὰ ἐξαφανίσεις τὴν κακία μὲ τὰ καλὰ ἔργα».

***
Ἄκουσε ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν γιὰ κάποιον ποὺ ἔτρωγε κάθε ἕξι ἡμέρες, διότι ὀργιζόταν.
Καὶ εἶπε ὁ Γέροντας: «Ἔμαθε νὰ σηκώνει τὸ βάρος τῆς νηστείας τῶν ἕξι ἡμερῶν καὶ δὲν ἔμαθε νὰ διώχνει τὴν ὀργή του».

***
Κάποιος ἀδελφός, ποὺ ἀδικήθηκε ἀπὸ ἄλλον ἀδελφό, ἦλθε στὸν ἀββᾶ Σισώη καὶ τοῦ εἶπε:
«Ἀδικήθηκα ἀπὸ κάποιον ἀδελφὸ καὶ θέλω νὰ πάρω πίσω τὸ δίκιο μου».
Ὁ Γέροντας ὅμως τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας:
«Μή, τέκνον, καλύτερα ἄφησέ το στὸ Θεὸ τὸ θέμα τοῦ δίκιου σου».
Κι ἐκεῖνος ἐπέμεινε: «Δὲν θὰ σταματήσω τὴν ὑπόθεση, ὥσπου νὰ πάρω τὸ δίκιο μου πίσω».
Τότε ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἂς σηκωθοῦμε γιὰ προσευχή, ἀδελφέ».
Καί, ἀφοῦ σηκώθηκε, εἶπε ὁ Γέροντας:
«Θεὲ δὲν σ᾿ ἔχουμε πλέον ἀνάγκη νὰ φροντίζεις γιὰ μᾶς, γιατὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παίρνουμε πίσω τὸ δίκιο μας».
Μόλις λοιπὸν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ ἀδελφός, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Γέροντα λέγοντας:
«Συγχώρεσέ με, ἀββᾶ, δὲν θὰ ζητήσω πλέον τὸ δίκιο μου ἀπὸ τὸν ἀδελφό».

***
Πῆγαν κάποτε στὸ ἀσκητήριο ἑνὸς Γέροντα λῃστὲς καὶ τοῦ εἶπαν:
«Ἔχουμε ἔλθει νὰ σοῦ πάρουμε ὅσα ἔχεις στὸ κελί σου».
Κι ἐκεῖνος εἶπε: «Πάρτε ὅσα νομίζετε, παιδιά μου».
Πῆραν λοιπὸν ὅσα βρῆκαν στὸ κελί, ξέχασαν ὅμως ἕνα σακοῦλι ποὺ ἦταν ἐκεῖ κρεμασμένο.
Τὸ πῆρε λοιπὸν ὁ Γέροντας κι ἔτρεχε ἀπὸ πίσω τους φωνάζοντάς τους καὶ λέγοντας:
«Παιδιά, πᾶρτε αὐτὸ ποὺ ξεχάσατε στὸ κελί σας».
Κι ἐκεῖνοι, ἐπειδὴ θαύμασαν τὴν ἀγαθότητα τοῦ Γέροντα, ἔβαλαν στὴ θέση τοὺς ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κελιοῦ καὶ μετανιωμένοι ἔλεγαν μεταξύ τους:
«Πραγματικὰ αὐτὸς εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ».

***
 Εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες:
«Ἐὰν κάποιος σὲ κακολογήσει, ἐσὺ πές του καλὰ λόγια.
Ἐὰν τὰ δεχθεῖ, θὰ εἶναι καλὸ καὶ γιὰ τοὺς δυό. Ἐὰν πάλι δὲν τὰ δεχθεῖ, αὐτὸς θὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὰ ὑβριστικά του λόγια κι ἐσὺ γιὰ τὰ καλά σου λόγια».

***

Εἶπε Γέροντας:
«Ἐὰν κάποιος θυμηθεῖ αὐτὸν ποὺ τὸν ἔθλιψε ἢ τὸν περιφρόνησε ἢ τὸν κακολόγησε ἢ τὸν ἔβλαψε, ὀφείλει νὰ τὸν φέρνει στὴ μνήμη του σὰν γιατρὸ σταλμένο ἀπ᾿ τὸν Χριστό. Καὶ ἔχει χρέος νὰ τὸν θεωρεῖ εὐεργέτη του.
Διότι τὸ ὅτι στενοχωρεῖσαι, εἶναι χαρακτηριστικὸ ἄρρωστης ψυχῆς, ἂν δὲν ἤσουν ἄρρωστος, δὲν θὰ σὲ πείραζε. Ὀφείλεις νὰ χαίρεσαι μὲ τὸν ἀδελφό, διότι αὐτός σου φανέρωσε τὴν ἀρρώστια σου, καὶ νὰ εὔχεσαι γι᾿ αὐτὸν ὡσὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα θεραπευτικὸ φάρμακο ποὺ σοῦ τό ᾿στειλε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἂν ὅμως νιώθεις μῖσος γι᾿ αὐτόν, εἶναι σὰν νὰ λὲς μέσα σου κατὰ τοῦ Χριστοῦ:
Δὲν θέλω νὰ δεχτῶ τὰ φάρμακά σου, θέλω νὰ σαπίσω μέσα στὰ τραύματά μου».

***
Εἶπε ἄλλη φορά:
«Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ γιατρευτεῖ ἀπ᾿ τὰ φοβερὰ τραύματα τῆς ψυχῆς, προκειμένου ν᾿ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ τὴν ἀρρώστια, ὀφείλει νὰ ὑπομένει ὅσα θὰ τοῦ κάνει ὁ γιατρός. Γιατὶ οὔτε κι αὐτὸς ποὺ πάσχει σωματικὰ δέχεται εὐχαρίστως νὰ τὸν κόβουν ἢ νὰ τὸν καυτηριάζουν ἢ νὰ πάρει καθαρτικό, ἀλλὰ καὶ μόνο ποὺ τὰ θυμᾶται ἀηδιάζει. Ὅμως πείθει τὸν ἑαυτό του πὼς χωρὶς αὐτὸ τοῦ εἶναι ἀδύνατον ν᾿ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ τὴν ἀρρώστια. Καὶ ὑπομένει ὅσα τοῦ κάνει ὁ γιατρός, γιατὶ γνωρίζει πὼς δοκιμάζοντας προσωρινὰ κάτι ὄχι εὐχάριστο, θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ τὴν μακροχρόνια ἀσθένεια.
Ὄργανο τοῦ Χριστοῦ ποὺ καυτηριάζει εἶναι αὐτὸς ποὺ σὲ προσβάλλει ἢ σὲ κακολογεῖ καὶ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπ᾿ τὴν κενοδοξία.
Καθαρτικὸ ποὺ σοῦ στέλνει ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ προκαλεῖ ὑλικὴ ζημία, γιατὶ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπ᾿ τὴν πλεονεξία.
Καὶ αὐτὸς ποὺ ἀποφεύγει ἕναν πειρασμὸ ἀπ᾿ τὸν ὁποῖο θὰ ἔχει ὠφέλεια, ἀποφεύγει ζωὴ αἰώνια.
Καὶ ποιὸς ἄλλος χάρισε στὸν Ἅγιο Στέφανο τέτοια δόξα, σὰν αὐτὴ ποὺ ἀπέκτησε ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν λιθοβόλησαν;»

 ***

Ἄλλη φορὰ εἶπε:
«Ἐγὼ δὲν κατακρίνω αὐτοὺς ποὺ μὲ κατηγοροῦν, ἀλλὰ τοὺς ἀποκαλῶ εὐεργέτες μου. Κι οὔτε πάλι κάνω πέρα τὸν γιατρὸ τῶν ψυχῶν τὴν ὥρα ποὺ προσφέρει τὸ φάρμακο τῆς ἀτιμίας στὴν κενόδοξη ψυχή μου».

***

Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Βλέπουμε τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, διαβάζουμε γιὰ τὰ πάθη του, κι ὅμως ἐμεῖς δὲν σηκώνουμε καμία προσβολή».

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ







'Ομως το Τουρκικό 'Εθνος είναι ασεβές, καθ' ότι έχει μεν λογική και πολύ κρίσι, όμως αντιπαθεί τον Χριστιανισμό που είναι έκφραση της ανθρωπιάς και της αρετής. Αντιθέτως διαλέγει βολικές θεωρίες, βασισμένες στο ψεύδος και την αμαρτία. 'Ετσι έχει προορισμό να καταστραφεί, αν δεν μετανοήσει, αν δεν παραιτήση το ψεύδος και πιστέψη στο Ευαγγέλιο.

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ



  • Η Κάρα με αδιάφθορο το αριστερό αυτί βρίσκεται στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους.
  • Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορη στη Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους.
  • Δύο τμήματα της αριστεράς του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους και ένα τμήμα της στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων.
  • Μεγάλο τεμάχιο κνήμης και τέσσερα τεμάχια του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους.
  • Δάκτυλος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους.
  • Αδιάφθορο μέρος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Μεγ. Μετεώρου.
  • Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων Αγίου Όρους, Προυσού Ευρυτανίας και Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως. 


ΠΗΓΗ : WWW.SAINT.GR 

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ με­τὰ τὰ Φῶ­τα



14 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018


† ΚΥΡΙΑΚΗ με­τὰ τὰ Φῶ­τα.


Ἀ­πό­δο­σις τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων. Τῶν ἐν Σι­νᾷ καὶ Ῥα­ϊ­θῷ ἀ­ναι­ρε­θέν­των πα­τέ­ρων.

Ἦ­χος βα­ρύς. Ἑ­ω­θι­νὸν ι´.
(τυ­πι­κὸν 6ης Ἰ­αν., πε­ρί­πτω­σις β´, §§17-19)

 

 


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ

Ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον Ἀ­να­στά­σι­μον. Ἧ­χος βα­ρύς.

Κα­τέ­λυ­σας τῷ Σταυ­ρῷ σου τὸν θά­να­τον· ἠ­νέ­ῳ­ξας τῷ λῃ­στῇ τὸν Πα­ρά­δει­σον· τῶν Μυ­ρο­φό­ρων τὸν θρῆ­νον με­τέ­βα­λες, καὶ τοῖς σοῖς Ἀ­πο­στό­λοις κη­ρύτ­τειν ἐ­πέ­τα­ξας, ὅ­τι ἀ­νέ­στης Χρι­στὲ ὁ Θε­ός, πα­ρέ­χων τῷ κό­σμῳ τὸ μέ­γα ἔ­λε­ος.

Δό­ξα. Τὸ αὐ­τό.

Καὶ νῦν. Τῆς ἑ­ορ­τῆς. Ἦ­χος α´.

ν Ἰ­ορ­δά­νῃ βα­πτι­ζο­μέ­νου σου Κύριε, ἡ τῆς Τρι­ά­δος ἐ­φα­νε­ρώ­θη προ­σκύ­νη­σις, τοῦ γὰρ Γεν­νή­το­ρος ἡ φω­νὴ προ­σε­μαρ­τύ­ρει σοι, ἀ­γα­πη­τόν σε Υἱ­ὸν ὀ­νο­μά­ζου­σα, καὶ τὸ Πνεῦ­μα ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς, ἐ­βε­βα­ί­ου τοῦ λό­γου τὸ ἀ­σφα­λές. Ὁ ἐ­πι­φα­νεὶς Χρι­στὲ ὁ Θε­ός, καὶ τὸν κό­σμον φω­τί­σας δό­ξα σοι.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ, ΟΙΚΟΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ


Κον­τά­κι­ον καὶ Οἶ­κος τὰ Ἀ­να­στά­σι­μα.


Κον­τά­κι­ον. Ἦ­χος βα­ρύς.
Οὐ­κέ­τι φλο­γί­νη ῥομ­φαί­α.

Οὐ­κέ­τι τὸ κρά­τος τοῦ θα­νά­του, ἰ­σχύ­σει κα­τέ­χειν τοὺς βρο­τούς· Χρι­στὸς γὰρ κα­τῆλ­θε συν­τρί­βων, καὶ λύ­ων τὰς δυ­νά­μεις αὐ­τοῦ· δε­σμεῖ­ται ὁ ᾅ­δης, Προ­φῆ­ται συμ­φώ­νως ἀ­γάλ­λον­ται· Ἐ­πέ­στη, λέ­γον­τες, Σω­τὴρ τοῖς ἐν σκό­τει· ἐ­ξέρ­χε­σθε οἱ πι­στοὶ εἰς τὴν ἀ­νά­στα­σιν.

Ὁ Οἶ­κος.

­τρε­με κά­τω­θεν τὰ κα­τα­χθό­νι­α σή­με­ρον, ὁ ᾅ­δης καὶ ὁ θά­να­τος τὸν Ἕ­να τῆς Τρι­ά­δος· ἡ γῆ ἐ­κλο­νεῖ­το, πυ­λω­ροὶ δὲ ᾅ­δου ἰ­δόν­τες σε ἔ­πτη­ξαν· ἡ κτί­σις δὲ πᾶ­σα σὺν τοῖς Προ­φή­ταις χαί­ρου­σα ψάλ­λει σοι, ἐ­πι­νί­κι­ον ᾠ­δὴν τῷ λυ­τρω­τῇ ἡ­μῶν Θε­ῷ, τῷ κα­τα­λύ­σαν­τι νῦν θα­νά­του τὴν δύ­να­μιν. Ἀ­λα­λά­ξω­μεν καὶ βο­ή­σω­μεν τῷ Ἀ­δάμ, καὶ τοῖς ἐξ Ἀ­δάμ· Ξύ­λον τοῦ­τον εἰ­σή­γα­γεν· ἐ­ξέρ­χε­σθε οἱ πι­στοὶ εἰς τὴν ἀ­νά­στα­σιν.

Συ­να­ξά­ρι­ον.

Τῇ ΙΔ´ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός, μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀβ­βά­δων, τῶν ἐν Σι­νᾷ ὄ­ρει ἀ­ναι­ρε­θέν­των.
Στίχ. Σπά­θαι τὸ πρά­ξαν ὧ­δε τοὺς πολ­λοὺς φό­νους·
Τὸ δ᾿ αὖ πε­πον­θός, ἄν­δρες ἀ­ρε­τῆς φί­λοι.
Ἀβ­βά­δας ἀμ­φὶ τε­τάρ­τῃ καὶ δε­κά­τῃ κτά­νε χαλ­κός.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων τρι­ά­κον­τα τρι­ῶν Πα­τέ­ρων, τῶν ἐν τῇ Ῥα­ϊ­θὼ ἀ­ναι­ρε­θέν­των.
Στίχ. Ὡς πρὶν Ῥα­χὴλ τὰ τέ­κνα, νῦν τοὺς Ἀβ­βά­δας,
Κλαί­ει Ῥα­ϊ­θώ, συγ­κε­κομ­μέ­νους σπά­θαις.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Θε­ο­δού­λου, υἱ­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Νεί­λου, τοῦ σο­φοῦ.
Στίχ. Ὁ Θε­ό­δου­λος ἀ­ρε­ταῖς ὤ­φθη μέ­γας,
Μι­μού­με­νος μά­λι­στα πα­τρὸς τὸν βί­ον.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Στε­φά­νου, τοῦ κτί­σαν­τος τὴν Μο­νὴν τοῦ Χη­νο­λάκ­κου.
Στίχ. Τῷ Χη­νο­λάκ­κου τὴν Μο­νὴν δει­μα­μέ­νῳ,
Θεί­ῳ Στε­φά­νῳ, λάκ­κος ὠ­ρύ­χθη τά­φου.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Ἁ­γνή, ἐν σκο­τει­νῇ φρου­ρᾷ βλη­θεῖ­σα, τε­λει­οῦ­ται.
Στίχ. Ἁ­γνὴν ἄ­να­γνοι θέν­τες εἰς οἶ­κον σκό­τους,
Πάμ­φω­τον αὐ­τῇ προὐ­ξέ­νη­σαν οἰ­κί­αν.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τῆς Ἁ­γί­ας ἐν­δό­ξου Ἰ­σα­πο­στό­λου Νί­νης, τῆς φω­τι­στρί­ας τῆς Γε­ωρ­γί­ας.
Στίχ. Σταυ­ροῦ ῥω­σθεῖ­σα ἰ­σχύ­ϊ, Νί­να, φέγ­γος,
Χρι­στοῦ ἀ­νέ­τει­λας λα­ῷ Γε­ωρ­γί­ας.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Σάβ­βα, τοῦ πρώ­του Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Σερ­βί­ας καὶ κτί­το­ρος τῆς ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Χι­λαν­δα­ρί­ου.
Στίχ. Φω­στὴρ ἐ­δεί­χθης φω­τί­σας τὴν Σερ­βί­αν,
Ἔρ­γοις λό­γοις τε, Σάβ­βα τῶν Σέρ­βων κλέ­ος.

*

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μην κοι­νὴν ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν τῆς ἁ­γί­ας οἰ­κο­γε­νεί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου, ἧς τὰ μέ­λη· Βα­σί­λει­ος καὶ Ἐμ­μέ­λει­α οἱ γο­νεῖς, καὶ τὰ τέ­κνα αὐ­τῶν, Βα­σί­λει­ος ὁ Μέ­γας, Γρη­γό­ρι­ος ὁ Νύσ­σης, Πέ­τρος ὁ Σε­βα­στεί­ας, Ναυ­κρά­τι­ος Ὅ­σι­ος, καὶ αἱ Ὅ­σι­αι Γυ­ναῖ­κες Μα­κρί­να καὶ Θε­ο­σέ­βει­α.
Στί­χ. Γε­νε­ὰν γε­ραί­ρο­μεν ἡ­γι­α­σμέ­νην,
Ὀ­κτὼ θαυ­μα­στῶν θε­ρα­πόν­των Κυ­ρί­ου.
Δε­κά­τῃ γε ὀ­κτά­ριθ­μον ὁ­μή­γυ­ριν ἀ­εί­δω.
Σημ. Ἀρ­χι­κῶς ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α (Ποί­η­μα Γε­ρα­σί­μου Μο­να­χοῦ Μι­κρα­γι­αν­να­νί­του) ἐ­ποι­ή­θη δι­ὰ τὴν Ι´ τοῦ μη­νὸς Ἰ­α­νου­α­ρί­ου. Συμ­φώ­νως τῇ ἀ­πο­φά­σει τῆς Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου, τῆς 4ης Σε­πτεμ­βρί­ου 1999, ὡ­ρί­σθη ὡς ἡ­μέ­ρα ἑ­ορ­τα­σμοῦ ἡ Κυ­ρι­α­κὴ με­τὰ τὰ Φῶ­τα ἑ­κά­στου Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.
Ταῖς αὐ­τῶν πρε­σβεί­αις, ὁ Θε­ός, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Ἀ­μήν.



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ


Τῆς Κυ­ρι­α­κῆς με­τὰ τὰ Φῶ­τα. (Ἐφ. δ´ 7-13).

Προ­κεί­με­νον καὶ Ἀλ­λη­λού­ϊ­α τῆς ἡ­μέ­ρας.

Προ­κεί­με­νον. Ἦ­χος α´. (Ψαλ­μὸς λβ´).

Γέ­νοι­το, Κύ­ρι­ε, τὸ ἔ­λε­ός σου ἐφ᾿ ἡ­μᾶς, κα­θά­περ ἠλ­πί­σα­μεν ἐ­πὶ σέ.
Στίχ. Ἀ­γαλ­λι­ᾶ­σθε, δί­και­οι, ἐν Κυ­ρί­ῳ, τοῖς εὐ­θέ­σι πρέ­πει αἴ­νε­σις.
Πρὸς Ἐ­φε­σί­ους Ἐ­πι­στο­λῆς Παύ­λου τὸ Ἀ­νά­γνω­σμα.
­δελ­φοί, ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἡ­μῶν ἐ­δό­θη ἡ χά­ρις κα­τὰ τὸ μέ­τρον τῆς δω­ρε­ᾶς τοῦ Χρι­στοῦ. Δι­ὸ λέ­γει· «Ἀ­να­βὰς εἰς ὕ­ψος ᾐχ­μα­λώ­τευ­σεν αἰχ­μα­λω­σί­αν καὶ ἔ­δω­κε δό­μα­τα τοῖς ἀν­θρώ­ποις». Τὸ δὲ «ἀ­νέ­βη» τί ἐ­στιν εἰ μὴ ὅ­τι καὶ κα­τέ­βη πρῶ­τον εἰς τὰ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τῆς γῆς; Ὁ κα­τα­βὰς αὐ­τός ἐ­στι καὶ ὁ ἀ­να­βὰς ὑ­πε­ρά­νω πάν­των τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἵ­να πλη­ρώ­σῃ τὰ πάν­τα. Καὶ αὐ­τὸς ἔ­δω­κε τοὺς μὲν ἀ­πο­στό­λους, τοὺς δὲ προ­φή­τας, τοὺς δὲ εὐ­αγ­γε­λι­στάς, τοὺς δὲ ποι­μέ­νας καὶ δι­δα­σκά­λους, πρὸς τὸν κα­ταρ­τι­σμὸν τῶν ἁ­γί­ων εἰς ἔρ­γον δι­α­κο­νί­ας, εἰς οἰ­κο­δο­μὴν τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, μέ­χρι κα­ταν­τή­σω­μεν οἱ πάν­τες εἰς τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς ἐ­πι­γνώ­σε­ως τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, εἰς ἄν­δρα τέ­λει­ον, εἰς μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀλ­λη­λού­ϊ­α (γ´). Ἦ­χος πλ. α´. (Ψαλ­μὸς πη´).

Στίχ. Τὰ ἐ­λέ­η σου, Κύ­ρι­ε, εἰς τὸν αἰ­ῶ­να ᾄ­σο­μαι, εἰς γε­νε­ὰν καὶ γε­νε­ὰν ἀ­παγ­γε­λῶν τὴν ἀ­λή­θει­άν σου ἐν τῷ στό­μα­τί μου.
Ὅ­τι εἶ­πας· Εἰς τὸν αἰ­ῶ­να ἔ­λε­ος οἰ­κο­δο­μη­θή­σε­ται· ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς ἑ­τοι­μα­σθή­σε­ται ἡ ἀ­λή­θει­ά σου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Τῆς Κυ­ρι­α­κῆς με­τὰ τὰ Φῶ­τα. (Ματθ. δ´ 12-17)

Ἐκ τοῦ κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον Ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ Ἀ­νά­γνω­σμα.
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἀ­κο­ύ­σας ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι Ἰ­ω­άν­νης πα­ρε­δό­θη, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν· καὶ κα­τα­λι­πὼν τὴν Να­ζα­ρέτ, ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν εἰς Κα­περ­να­οὺμ τὴν πα­ρα­θα­λασ­σί­αν ἐν ὁ­ρί­οις Ζα­βου­λὼν καὶ Νε­φθα­λε­ίμ· ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ῥη­θὲν δι­ὰ Ἡ­σα­ΐ­ου τοῦ προ­φή­του λέ­γον­τος· Γῇ Ζα­βου­λὼν καὶ γῇ Νε­φθα­λε­ίμ, ὁ­δὸν θα­λάσ­σης, πέ­ραν τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, Γα­λι­λα­ί­α τῶν ἐ­θνῶν, ὁ λα­ὸς ὁ κα­θή­με­νος ἐν σκό­τει εἶ­δε φῶς μέ­γα, καὶ τοῖς κα­θη­μέ­νοις ἐν χώ­ρᾳ καὶ σκι­ᾷ θα­νά­του φῶς ἀ­νέ­τει­λεν αὐ­τοῖς. Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ Ἰ­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν, Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λε­ί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.
Δό­ξα σοι, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.

 ΠΑΤΗΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ 

ΠΑΤΗΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ 


Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟΝ...ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ











'Οσον περισσότερους πειρασμούς έχουμε, τόσο μεγαλύτερο αγώνα κάνουμε, τόσο περισσότερο μισθό έχουμε.